Διαδικασία μελέτης και μάθησης: τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς

Μαθητές, εκπαιδευτικοί και γονείς: Παράλληλοι συντελεστές μάθησης – Η μάθηση είναι μια διαδικασία από τις ουσιαστικότερες στη ζωή του ανθρώπου.

Επιμέλεια κειμένου: Ευδοξία Πούλιου Φιλόλογος, Παιδαγωγός

Κατά κύριο λόγο, όσα γράφονται και λέγονται για τη μάθηση, αποτελούν επιστημονικές υποθέσεις που εξάγονται από την παρατήρηση και τη μελέτη των αποτελεσμάτων της. Το κάθε παιδί αποτελεί μια ανεξάρτητη και μοναδική προσωπικότητα, που δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε άλλο, ούτε στο ρυθμό, ούτε στον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει, πολύ δε περισσότερο από την σύγκριση αυτή, να προκύψει ταύτιση. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, οι επιστήμες της Αγωγής έχουν προσανατολιστεί σε εξατομικευμένες τακτικές μάθησης, στο πλαίσιο πάντοτε της ομάδας, φροντίζοντας να διατηρήσουν το ομαδικό – συνεργατικό μοτίβο διδασκαλίας, παράλληλα με τον σεβασμό και την υποστήριξη του κάθε παιδιού χωριστά, ανάλογα με τις ανάγκες του. Η τακτική αυτή, οδηγεί στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας, δεξιότητα απαραίτητη για τη μετέπειτα κοινωνική ζωή, αλλά και στην ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, το βασικότερο κλειδί για την κατάκτηση της γνώσης. Και τα δύο αυτά δεν ενισχύονται σε καμιά περίπτωση, με τακτικές  απομόνωσης.

Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο πρέπει να προσαρμόζεται και η διαδικασία της μελέτης στο σπίτι ή όπου αλλού αυτή πραγματοποιείται. Η καθημερινή μελέτη, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τη διδασκαλία μέσα στην ομάδα, αποσκοπεί στο να εδραιώσουν τα παιδιά τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχουν ήδη κατακτήσει στην σχολική τάξη. Εξάσκηση και επανάληψη είναι απαραίτητες, προκειμένου να συντελεστεί μάθηση. Επιπλέον, ωθεί τα παιδιά να μάθουν να χρησιμοποιούν τις διάφορες πηγές πληροφόρησης, όπως τα λεξικά, τις εγκυκλοπαίδειες ή το διαδίκτυο. Επίσης, οι μαθητές αναπτύσσουν εξατομικευμένες στρατηγικές μελέτης, δεξιότητες αυτο-οργάνωσης και διαχείρισης χρόνου, εφόδια πολύτιμα για όλες τις πτυχές της ζωής. Τέλος, βοηθιούνται να ανακαλύψουν βαθύτερα τον εαυτό τους, γνωρίζοντας σιγά – σιγά τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία τους.

Αξίζει, βέβαια, να επισημάνουμε πως έρευνες ψυχολόγων της εκπαίδευσης (Άλφι Κον, Χάρις Κούπερ, κ.α.) έχουν καταδείξει ότι η εργασία στο σπίτι επιδρά ποικιλότροπα στην επίδοση του παιδιού στο Δημοτικό, ενώ έχει ξεκάθαρα θετικά αποτελέσματα στο Γυμνάσιο και πολύ περισσότερο στο Λύκειο. Σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα (στις Σκανδιναβικές χώρες ή στην Αργεντινή για παράδειγμα), προβλέπονται ειδικές ώρες μελέτης, όπου οι μαθητές κάνουν τις εργασίες τους, μέσα στην ομάδα, υπό την επιτήρηση ειδικευμένου δασκάλου υποστήριξης. Είναι φανερή η τεράστια σημασία της ποιοτικής επίδρασης των εκπαιδευτικών, εντός της σχολικής ομάδας, αλλά ακόμα και σε ομάδες μελέτης εκτός αυτής, στην ανάπτυξη των μαθησιακών ικανοτήτων των παιδιών.

Αυτό που αποτελεί, φυσικά, κανόνα στην ελληνική πραγματικότητα, είναι η εμπλοκή του γονιού κατά τη διαδικασία της μελέτης στο σπίτι. Οι γονείς εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή, είτε γιατί πιστεύουν ότι έτσι πρέπει, είτε γιατί θεωρούν πως με αυτό τον τρόπο βοηθούν στην καλύτερη απόδοση του παιδιού, είτε γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτό ζητείται και εκτιμάται θετικά από τους δασκάλους. Όποιος και να είναι ο λόγος, στην ανάμιξη αυτή ελλοχεύουν κίνδυνοι, που είναι αναγκαίο να σημειωθούν, προκειμένου να προστατευτεί η υγεία και η ποιότητα της σχέσης γονιού – παιδιού.

Ο κυριότερος κίνδυνος είναι η σύγχυση, που συχνά προκαλείται στο παιδί, αν οι διδακτικές τεχνικές που ακολουθεί ο γονιός διαφέρουν από αυτές του δασκάλου. Αλλά και η υπερβολική ανάμιξη του γονιού, που τον οδηγεί συχνά να ολοκληρώνει ο ίδιος εργασίες που θα μπορούσε από μόνο του το παιδί να εκπονήσει, απειλεί την ωρίμανση, την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση του παιδιού. Δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά στο αίσθημα εξάρτησης, που συχνά αναπτύσσεται από την πλευρά του παιδιού, το οποίο με τον τρόπο αυτό χάνει το αίσθημα της ανεξαρτησίας, αυτάρκειας και πρωτοβουλίας του. Τέλος, ποιος δε θα συμφωνούσε ότι το διάβασμα γίνεται συχνά πεδίο αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων, που διαταράσσει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις γονιού – παιδιού και δημιουργεί αρνητικές στάσεις απέναντι στο διάβασμα και στο σχολείο.

Για όλα αυτά, λοιπόν, οι γονείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο θέμα της μελέτης. Πρώτα και κύρια, πρέπει να αποδεχτούν και οι ίδιοι το συμπέρασμα των επιστημών της Αγωγής, που θέλει το κάθε παιδί διαφορετικό από τα άλλα. Αποδεχόμενοι τη διαπίστωση αυτή, αποφεύγουν την όποια σύγκριση στον τρόπο μελέτης, ή στην απόδοσή της με άλλα παιδιά του ίδιου οικογενειακού περιβάλλοντος ή του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου. Επιπλέον, συνειδητοποιούν ότι η μελέτη δεν μπορεί να εκτελείται βάσει συγκεκριμένης «συνταγής».

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αρχές, που γενικά, καλό είναι να τηρούνται. Πάντα, βέβαια, αφού προσαρμοστούν στην προσωπικότητα και τις δυνατότητες γονιών – παιδιών. Πιο συγκεκριμένα, ένας χώρος καθαρός, άνετος, καλά φωτισμένος, ο οποίος θα χρησιμοποιείται σταθερά για τη μελέτη, βοηθάει πολύ στη δημιουργία θετικής προδιάθεσης για διάβασμα. Επίσης, να βρουν οι γονείς μαζί με το παιδί την κατάλληλη ώρα της μέρας που θα αρχίζει η μελέτη, αλλά και να το βοηθήσουν να διαχειρίζεται σωστά το χρόνο που αφιερώνει στο κάθε μάθημα. Αυτό θα οδηγήσει στην αποφυγή της πολύωρης ταλαιπωρίας, η οποία έχει μόνο αρνητικά αποτελέσματα στη μάθηση.

Τελικά, οι γονείς που επιθυμούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να διεκπεραιώνουν τα ίδια τις υποχρεώσεις τους και όχι να τις αναλαμβάνουν αυτοί, πρέπει:

  • να προτρέψουν, να επιμείνουν σ’ αυτό, τα παιδιά να έχουν πρόγραμμα, οργάνωση και σταθερές συνήθειες στη μελέτη τους.
  • να φροντίζουν να τα ενθαρρύνουν,
  • να συνεργάζονται με τους δασκάλους τους, ώστε να ακολουθούν το ίδιο σύστημα εκμάθησης,
  • να μην προβαίνουν σε υπερβολικές διορθώσεις και, πάνω απ’ όλα,
  • να εκτιμούν την ειλικρινή και οργανωμένη προσπάθεια ανεξάρτητα από το αν το αποτέλεσμα είναι ή δεν είναι πάντα, το επιθυμητό.

Έτσι, οι τρεις φορείς της εκπαίδευσης: μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς, συμπλέουν με προορισμό τη μάθηση.